Παραμυθιάσματα

Παραμυθιάσματα

Παραμύθια για μικρά και μεγάλα παιδιά, γεμάτα γλυκύτητα και κοινωνικό προβληματισμό που απορρέει από την μαχόμενη ζωή της Αλίκης Παπαδομιχελάκη. Με το μέλι της αγάπης για την Ζωή του Ανθρώπου και της Φύσης!

Ένα από τα παραμυθια:

«Ο Βασιλιάς κι ο Γελωτοποιός»

Βασιλιάς, σύμβουλοι, υπασπιστές κι ο γελωτοποιός όλοι έμεναν κάτω απ’ την ίδια στέγη. Καθένας στη δουλειά του και το πόστο του, όλοι μαζί Κάστρο, Βασίλειο.

Ο βασιλιάς βασίλευε το βασίλειο, οι σύμβουλοι το Στέμμα, Οι υπασπιστές στηρίζανε Στέμμα, συμβούλους. Κι ο γελωτοποιός βασίλευε, με το γλυκό και πικρό του χιούμορ, τις μαύρες ώρες της βασιλείας.

Ο βασιλιάς γυναίκα και παιδιά δεν είχε. Γυναίκα του το Βασίλειο, παιδιά του οι σύμβουλοί του. Λαός του οι υπασπιστές. Κι ο γελωτοποιός ήταν κομμάτι απ’ την καρδιά, μια σταγόνα συνείδησης.

Δεν ήθελε τον πόλεμο ο βασιλιάς. Άνθρωπος πράος ήτανε κι ειρηνικός από γεννησιμιού του. Έπρεπε να τον κάνει του λέγανε οι σύμβουλοι. Να μεγαλώσει το Βασίλειο, τη Βασιλεία να επικυρώσει. Την ύπαρξη συμβούλων και υπασπιστών να εδραιώσει. Να ξεφορτώνεται καμιά φορά τον μπούφο του. Να ξαλαφρώνει τη συνείδησή του. «Τι σόι βασιλιάς θά ‘τανε δίχως πόλεμο», επέμεναν οι σύμβουλοι.

Μονάχα ο γελωτοποιός άνεργος θά ‘μενε σε εποχή πολέμου. Μιας κι άνθρωπο δε θά ‘χε να μαγέψει. Κι αν βασιλιάς και σύμβουλοι τον παίρνανε στον πόλεμο μαζί τους, κείνος δε θά ‘χε όρεξη για άλλα καλαμπούρια.

Για τύχη του καλή, δύσκολο ήταν να βρεθεί αφορμή πολέμου. Ο βασιλιάς βασίλισσα δεν είχε, σε συμπεθέρους να επιτεθεί. Απόγονους δεν είχε, νύφες να διεκδικήσει. Λαό δεν είχε να καταπιέσει, άλλον απ’ τους υπασπιστές. Πώς όμως να τους πολεμήσει; Ποιος θα τον υπεράσπιζε; Απόμεναν οι σύμβουλοι… 
Μα ποιος θα τον συμβούλευε το πώς να βασιλεύει;
- Η συνείδησή Σας Βασιλιά, τού ‘λεγε ο γελωτοποιός. Κρίμα που Σας απόμεινε η μισή. Την άλλη μου τη δώσατε μια νύχτα στο μεθύσι.
- Σταμάτα μπούφε, μιλάω σοβαρά. Άμα κηρύξω πόλεμο, ποιόν από τους συμβούλους μου πρέπει να πολεμήσω;
- Κανένανε και όλους!
- Τι θες να πεις;
- Μόνο τις συμβουλές τους.
- Μα οι συμβουλές δεν είναι άνθρωποι, να τους κηρύξω πόλεμο και να τους βάλω φυλακή, επέμενε ο Βασιλιάς
- Ποιος μίλησε Μεγαλειότατε για φυλακή; Εγώ, άλλο Σας λέω. Δίκαια να βασιλεύετε, ανάγκη από συμβούλους να μην έχετε.
- Και ποιος θα μ’ ορμηνεύει να βασιλεύω δίκαια; Εσύ μπούφε;
- Όχι εγώ, θεός φυλάξει. Ο Λαός…
- Σε ξύνει η πλάτη σου καμπούρη. Ποιος λαός; Αφού έχω μονάχα μια φρουρά.
- Τότε Μεγαλειότατε, ψάξτε να βρείτε ένα Λαό!
…………………………………………………………………………
Έστειλε ο Βασιλιάς υπασπιστές-ντελάληδες να ψάξουν για λαό. Μα έτσι οπλισμένοι που ήτανε -μέχρι τα δόντια- ψυχή δεν τους πλησίαζε.
Αρρώστησε ο Βασιλιάς. Ήθελε σώνει και καλά να ‘βρει λαό, να βασιλέψει δίκαια
…………………………………………………………………………
Μια μέρα κρύα, βροχερή, που δεν τολμάς να βγεις απ’ το παλάτι, τού ‘πε ο γελωτοποιός:
- Πάμε οι δυο μας νά ‘βρουμε λαό.
- Μια τέτοια μέρα; Ψυχή δε θα ‘ναι πουθενά.
- Σωστά Μεγαλειότατε, Σύμβουλοι και υπασπιστές αράξανε στο τζάκι. Έτσι απαρατήρητοι θα βγούμε απ’ το παλάτι. Όσο για το λαό, που λέτε Βασιλιά μου, δεν είναι γλειφιτζούρι αυτός, με τη βροχή να λιώνει. Πάμε. Κι α δε Σας βρω λαό, κάντε με ότι θέτε.
Ίσιωσε το καμπούρικο κορμί και έδωσε στο βασιλιά ρούχα ν’ αλλάξει, χοντροκομμένα και φτωχά. Ήτανε τόσο άγαρμπος σ’ αυτά τα ρούχα ο Βασιλιάς, που ξελιγώθηκε ο μπούφος του στα γέλια.
Πειράχτηκε ο βασιλιάς που τον κορόιδεψε ο καμπούρης.
«Τι Βασιλιάς είμαι π’ ανάθεμά με; π’ ακόμα κι οι θεόμουρλοι με βλέπουν και γελάνε;» σκέφτηκε ο βασιλιάς.
- Βασιλιάς του λαού, του φώναξε ο καμπούρης.
Ξαφνιάστηκεν ο βασιλιάς. Δεν είχε πει κουβέντα.
- Μα δεν εμίλησα εγώ. 
- Σεις όχι Βασιλιά μου, η μισή Σας συνείδηση.
- Κι η άλλη μισή ποια είναι, μπούφε; 
- Η δική μου καμπούρα. Στην κάθε μου πικρή αλήθεια, της στρογγυλεύετε Εσείς πιότερο τις καμπύλες! είπε ο γελωτοποιός δίχως πια να γελάει.
…………………………………………………………………………

Φύγαν νωρίς, φτάσαν αργά στο μεγάλο παζάρι. Κει που τελειώνει η βασιλεία κι αρχίζει η δουλειά. Ψυχή μες την πλατεία.
- Με γέλασες καμπούρη. Λαό δε βλέπω πουθενά.
- Μεγαλειότατε τολμάω να σας πω, πως ο λαός κοιμάται τώρα. Γιατί όλη μέρα ιδρώνει στη δουλειά.

…………………………………………………………………………

Χαράματα, πριν ξεμυτίσει ο ήλιος, το παζάρι ζωντάνεψε με χρώματα κι ανθρώπους. Πεταλωτήδες- σίδερα. Κεντήστρες και κορδέλες. Φουρναραίοι - γλυκίσματα. Παπουτσήδες - κορδόνια. Μπαλωματήδες και κουρέλια
Καθένας εδιαλάλαγε τη χάρη της δουλειάς του. Κανένας δεν εβρέθηκε τον ερχομό του βασιλιά να διαλαλήσει. Αυτοί δεν τονε ξέρανε, είχαν Λαού Δημοκρατία
- Τι είναι η Λαοδημοκρατία; ερώτησε ο βασιλιάς.
- Λαού Δημοκρατία είναι Βασιλιά, ό,τι ποτέ δεν ονειρεύτηκε η φρουρά Σας. Ό,τι ωσά σαράκι τρώει συμβούλους, βασιλιάδες.
Απόρησε ο βασιλιάς μ’ αυτή την άγνωστη αρρώστια.
- Δεεεν το πολυκατάλαβα…
- Φυσικό είναι, δεν είστε δα ο μόνος. Εδώ δεν το κατάλαβαν μήτε αυτοί, που στ’ όνομά της την εξουσία πήρανε.
- Ποιοι είναι αυτοί οι βασιλιάδες;
- Σοσιαλιστές, κομμουνιστές παλιότερα, …μακριά απ’ το βασίλειό Σας.
- Τότε πώς να την καταλάβω εγώ, που είμαι σκέτος βασιλιάς;
- Μεγαλειότατε, με τη δουλειά.
- Με ποια δουλειά;
- Όποια και να ‘ναι, φτάνει χρήσιμη να ‘ναι.
- Μα τι δουλειά μπορώ να κάνω εγώ, αφού δεν έχουνε ανάγκη από βασιλιά;
- Νάτο που το κατάλαβες στα γρήγορα! Μπορείς καλέ μου, της καρδιάς μου βασιλιά, να γίνεις γελωτοποιός. Όχι κανενός βασιλιά, μα του λαού. Γιατί και ο λαός θέλει τον γελωτοποιό του. Να βλέπει την καμπούρα του και να γελάει. Ν’ ανακαλύπτει, στον καθρέφτη, τη δική του. Να σοβαρεύεται, ν’ ανασκουμπώνεται για να τηνε ισιώνει.
Έτσι είπε ο γελωτοποιός κι άρχισε τούμπες και αστεία καταμεσής του παζαριού. Γέλαγε ο λαός. Εγέλαγε κι ο βασιλιάς κι ας ήταν μαθημένος με τα καμώματά του μπούφου. Σαν τέλειωσε ο γελωτοποιός, στα χέρια τονε σήκωσε ο λαός Κι απόρησε ο βασιλιάς, γιατί ποτέ τον ίδιο έτσι δεν τονε τίμησε μήτε η βασιλική φρουρά του. Κάτι μέσα του άλλαξε, σαν εκατάλαβε τι γλυκό πού ‘ναι να ‘σαι της καρδιάς βασιλιάς.

…………………………………………………………………………

Σύμβουλοι και υπασπιστές δε στενοχωρηθήκανε σα χάσανε τον Βασιλιά. Στο άψε-σβήσε διάλεξαν έναν Αντιβασιλιά. Έτριβαν τα χέρια από χαρά, πού ‘χανε τώρα πρόσχημα πόλεμο να κηρύξουν στο γείτονα λαό. Άλογα καβαλίκεψαν, σημαίες εσηκώσανε. «Τον αιχμάλωτο Βασιλιά ν' απελευθερώσουνε».
…………………………………………………………………………
Κι εμένα μου απόμεινε το ερωτηματικό. Ο γελωτοποιός ήταν στ’ αλήθεια η αιτία, π’ άρχισε κείνη η εκστρατεία ενάντια στο λαό;

Παραμυθιάσματα

(Παραμύθια για μικρά και μεγάλα παιδιά)

συγγραφέας: Αλίκη Παπαδομιχελάκη

Isbn: 978-960-579-083-7
Διαστάσεις: 14X21

Σελίδες: 48

Λιανική Τιμή: 5.30 ευρώ